Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013


«Για να γεννούνε τα σκοτάδια λάμψη...»
Γράφει η Ελένη Ανδριοπούλου*
Εδώ και κάμποσο καιρό έχω την τιμή να λαμβάνω το εφημεριδάκι του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας των φυλακών Λάρισας… Φροντίζει γι αυτό ο κρατούμενος Τόλης Γιατζογλίδης και νιώθω την ανάγκη να τον ευχαριστήσω και δημόσια για αυτό. Μέσα από αυτό το εφημεριδάκι λοιπόν, μπόρεσα να διαβάσω και να νιώσω την ανάγκη των κρατουμένων να ξεφύγουν από το γκρίζο τοπίο της φυλακής και να ασχοληθούν με κάτι παραπάνω… Κάτι που θα τους επιτρέψει να «αποδράσουν» για λίγο από τα μουντά κελιά τους, αλλά και κυρίως, να θυμηθούν ότι για όποιον λόγο κι αν βρίσκονται εκει, παραμένουν άνθρωποι με όνειρα και με ακόμα νωπή την ελπίδα ότι δικαιούνται μιά δεύτερη ευκαιρία που θα τους ανοίξει το δρόμο μια μέρα για καταφέρουν να βγουν από τη δική τους, προσωπική φυλακή. Γιατί τα πιο απόρθητα κελιά, είναι αυτά που μόνοι χτίζουμε οι άνθρωποι γύρω από τον εαυτό μας…
Αξιέπαινη προσπάθεια, δίχως άλλο. Η αγωνία του Διευθυντή του σχολείου κ. Άρη Βαλασσόπουλου για να μπορέσει να βρει τις διόδους που θα ενώσουν τους δυο παράλληλους κόσμους, αποτυπωμένη πάντα στην πρώτη σελίδα. Και διαβάζοντας αυτή την αγωνία, ήρθε στη σκέψη μου ολη η προσπάθεια που κάνουμε χρόνια τώρα ως Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Βόλο, τη Λάρισα, και τελευταία την Κέρκυρα, αλλά και αλλού. Γιατι μπορεί ως άνθρωποι της Πρωτοβουλίας να έχουμε κύριο στόχο μας την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ανθρώπων μέσα στα κελιά και τα κρατητήρια, δικαιώματα που παραβιάζονται βάναυσα και κατ εξακολούθηση, εάν όμως δεν προσπαθήσουμε να προτάξουμε την έννοια του αληθινού «σωφρονισμού» -οσο κι αν με ξενίζει η λέξη-, εάν δεν ψάξουμε και οι ίδιοι να βρούμε τους δρόμους που οδηγούν από το σκοτάδι της φυλακής στο φως της ελευθερίας, νομίζω πως το λιγότερο, θα είμαστε ανεπαρκείς…
Έτσι γεννήθηκε η ιδέα η Πρωτοβουλία της Κέρκυρας να προσπαθήσει να κινήσει τα νήματα που απαρτίζουν τον κρατικό μηχανισμό, ώστε να καταφέρουμε να «χτίσουμε» ένα σχολείο μέσα στη φυλακή του νησιού. Οι πρώτες μας σκέψεις, μάλλον αποθαρρυντικές: Η φυλακή της Κέρκυρας φημίζεται εδώ και πολλά χρόνια για τον απομονωτισμό και την σκληρότητα της και επι το πλείστο φιλοξενεί κρατούμενους που έχουν διαπράξει «βαριά» εγκλήματα. Γεγονός που από μόνο του δεν αποπνέει ελπίδες οτι, πιθανά, πολλοί από αυτούς με λίγη βοήθεια θα μπορούσαν να ξαναβρούν το δρόμο τους. Παρόλα αυτά, έστω και με τον φόβο πως πιθανότατα θα αποκαρδιωθούμε, κλείσαμε το ραντεβού με τον Διευθυντή της φυλακής. Τον γνωρίζαμε τον κ. Θώμο από προηγούμενη επίσκεψή μας στο Σωφρονιστικό Κατάστημα και ετσι δεν δυσκολευτήκαμε. Αυτό που αποτέλεσε την ευχάριστη έκπληξη για μας όμως, ηταν η εξ αρχής θετική του στάση απέναντι στην όλη ιδέα. Κακοπροαίρετη καθώς είμαι απέναντι σε κάθε τι συστημικό, θα μπορούσα να σκεφτώ πως είναι για αυτόν ενας τρόπος προβολής, απόκτησης μορίων για κάποια προαγωγή ισως, η ακόμα και ενας τρόπος ελέγχου των κρατουμένων – αφού το να δίνεις διέξοδα σε ανθρώπους έγκλειστους επι 24ωρου βάσεως βοηθά στο να διατηρείς μια «ήσυχη» φυλακή. Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά πιο φωτεινή: Αυτή που λεει πως μπορεί τελικά, ακόμα και οι Διευθύνοντες αυτού του σάπιου σωφρονιστικού συστήματος,η για να μη φανώ και τρελά αισιόδοξη, έστω, ορισμένοι εξ αυτών, κάπου μέσα τους να παραμένουν άνθρωποι και να μπορούν με ευκολία να αντιληφθούν πως μέσω της εκπαίδευσης έγκλειστων ενηλίκων, μπορούμε να μιλήσουμε για ουσιαστική προσπάθεια «σωφρονισμού», ως αντίβαρο και απάντηση στην περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Το όλο εγχείρημα είναι ακόμα στην αρχή. Με την θετική στάση όμως του Δ\ντη και τις απαραίτητες ενέργειες εκ μέρους του, την πολύτιμη βοήθεια του Αρη Βαλασσόπουλου και την προσπάθεια τη δική μας να εμπλουτιστεί το concept αυτό (που ούτως ή άλλως θα δημιουργήσει κάποιες θέσεις εργασίας είτε μόνιμων, είτε ωρομίσθιων) τόσο με εθελοντικά μαθήματα (στο ΣΔΕ Λάρισας μέχρι και Κοινωνική Πολιτική διδάσκεται...), όσο και με δημιουργική απασχόληση (εθελοντές που θα δεχτούν να διδάξουν φωτογραφία, ζωγραφική, ξυλογλυπτική, μαθήματα σκάκι, χορού κλπ), ελπίζουμε να τα καταφέρουμε. Και ελπίζουμε αυτό να αποτελέσει ένα παράδειγμα προς μίμηση σε κάθε σκοτεινή γωνιά της χώρας,όπου υπάρχουν φυλακές. Και η προσπάθεια αυτή να επεκταθεί όχι μόνο στο ΣΔΕ, αλλά και σε μαθήματα επαγγελματικής κατάρτισης ακόμα, που θα δίνουν ένα όπλο στα χέρια του αποφυλακισμένου πλέον κρατούμενου ώστε να σταθεί στα πόδια του, να γυρίσει σελίδα στη ζωή του και να μπορέσει να εξελιχθεί σε ένα δημιουργικό, θετικά σκεπτόμενο και παραγωγικό μέλος αυτής, της τόσο αμφιλεγούμενης κοινωνίας μας. Μπορεί όχι όλα μαζί. Μπορεί ένα- ένα να τα κατακτάμε με τη βοήθεια και τη συμμετοχή και άλλων πολιτών που θα θελήσουν να σταθούν πλάι μας και να γίνουν αρωγοί στην όλη προσπάθεια. Όμως εμείς για τούτο θα παλέψουμε: Εκεί που αυτοί κλείνουν σχολειά και χτίζουν φυλακές, να χτίσουμε σχολειά μέσα στις φυλακές τους, μέχρι να τις γκρεμίσουμε…. *Η Ελ. Ανδριοπούλου είναι μέλος της Πρωτοβουλίας για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων
Τηλ. Πρωτοβουλίας Κέρκυρας: 6951 719793
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Αναφορά στον «τυχαίο» θάνατο της Λαμίς Αμπουνάχι και των δύο παιδιών της, του τριάχρονου Ουντάι και της εννιάμηνης Λαϊάλ, από πυρκαγιά στα βουνά της Σάμου.
Τα χαράματα της 21ης Ιουλίου, φουσκωτό με προέλευση την Τουρκία εγκαταλείπει σε βραχώδη ακτή της Σάμου τον Σύρο πρόσφυγα Ουασίμ Αμπουνάχι, τη σύζυγό του Λαμίς, τα δύο παιδιά τους, Ουντάι και Λαϊάλ, και τους φίλους τους Τζιχάντ Κελάνι και Μοχάμετ Μπασίς.
Οι πρόσφυγες ανεβαίνουν την κατακόρυφη πλαγιά και κρύβονται σε παρακείμενη δασώδη περιοχή μέχρι το βράδυ. Επειδή η Λαμίς είναι άρρωστη και εξαντλημένη, επικοινωνούν με το μοναδικό κινητό τους με το τηλέφωνο ανάγκης των τουρκικών αρχών (7777) και ζητούν βοήθεια - ο Κελάνι μιλάει πολύ καλά αγγλικά. Οι Τούρκοι, εντοπίζοντας το σήμα του κινητού, τους απαντούν σύντομα και τους ενημερώνουνγια το πού βρίσκονται, δίνοντάς τους το αντίστοιχο νούμερο των ελληνικών αρχών (112). Επειδή οι πρόσφυγες αδυνατούν να συνδεθούν με το συγκεκριμένο κινητό, ζητούν από τους Τούρκους να επικοινωνήσουν απευθείας με τις ελληνικές αρχές. Πράγματι, σε λίγο δέχονται τηλεφώνημα από ελληνικό κινητό, ο Κελάνι εξηγεί στη γυναίκα που βρίσκεται στην άλλη άκρη της γραμμής την τραγικότητα της κατάστασης και συνεννοούνται να ανάψουν μια μικρή φωτιά στην άκρη του βράχου για να τους εντοπίσει το σωστικό σκάφος.
Σε δύο ώρες φτάνει το σκάφος, οι πρόσφυγες ανάβουν τη προσυνεννοημένη μικρή φωτιά, το σκάφος ρίχνει πάνω τους τους προβολείς, ανταλλάσουν νεύματα, οι πρόσφυγες σβήνουν τη φωτιά και μετά από λίγο το σκάφος φεύγει για να επανέλθει έπειτα από είκοσι λεπτά, να ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία, χωρίς να ανάψει φωτιά αυτή τη φορά, και στη συνέχεια να αποχωρήσει ανεπιστρεπτί. Μετά από ώρα δέχονται τηλεφώνημα από το ίδιο ελληνικό κινητό και η ίδια γυναίκα τους ενημερώνει ότι ακόμα δεν έχει σταλεί βοήθεια! Δυστυχώς, τελειώνει η μπαταρία του κινητού των προσφύγων και χάνεται κάθε δυνατότητα επικοινωνίας.
Μένουν εκεί την υπόλοιπη νύχτα και τα χαράματα της 22ας, ενώ το νερό έχει τελειώσει προ πολλού και η κατάσταση της Λαμίς επιδεινώνεται, ο Τζιχάντ μένει με τη μητέρα και τα παιδιά, ο Μοχάμετ αναζητά βοήθεια στη στεριά και ο πατέρας κατεβαίνει στη θάλασσα, κολυμπάει, φτάνει σε άλλη ακτή, ανεβαίνει στα βράχια, λιποθυμά και όταν συνέρχεται, βλέπει κοντά ένα ψαροκάικο, κάνει σινιάλα, μάλλον τον αγνοούν, περπατάει για δύο ώρες περίπου, κατορθώνει να φτάσει σε κάποιο σπίτι και ζητά βοήθεια. Ο ιδιοκτήτης ειδοποιεί την αστυνομία, η οποία φτάνει πολύ σύντομα, ο Ουασίμ απεγνωσμένα τους δείχνει την κατεύθυνση που έχει αφήσει τους δικούς του ("mybaby".), προχωρούν προς τα εκεί, αλλά σύντομα οι αστυνομικοί του λένε ότι στην περιοχή υπάρχει φωτιά και τον οδηγούν στο ΑΤ Σάμου.
Στο ίδιο χρονικό διάστημα, ο Μοχάμετ, έχοντας βρει λίγο νερό, επιστρέφει στο σημείο που είναι ο Τζιχάντ με την οικογένεια και όλοι μαζί προσπαθούν να προχωρήσουν στη στεριά. Έπειτα από λίγη ώρα η Λαμίς αδυνατεί να περπατήσει, οπότε οι δύο άντρες συνεχίζουν και μετά από 2,5 ώρες φτάνουν σε μια εκκλησία, βρίσκουν νερό και εξαντλημένοι κοιμούνται, όπου και τους βρίσκουν άντρες της Πυροσβεστικής. Τους ενημερώνουν για την οικογένεια, αλλά τους οδηγούν στο ΑΤ.
Ο Ουασίμ Αμπουνάχι, παρ' όλες τις απεγνωσμένες εκκλήσεις του, παρέμεινε κρατούμενος για 15 μέρες, τις περισσότερες από τις οποίες δεμένος σε μια καρέκλα, και στη συνέχεια οδηγήθηκε στο Κέντρο Κράτησης του νησιού, όπου έμεινε άλλο τόσο. Όταν έφτασε στην Αθήνα και το θέμα έγινε γνωστό (ήδη δικηγόροι είχαν κάνει δήλωση εξαφάνισης της γυναίκας και των παιδιών στις 13/8 και αναφορά στο Συνήγορο του Πολίτη την επομένη), μετά από πιέσεις, η Αστυνομία δήλωσε ότι έχει κάνει εξαντλητικές έρευνες, πράγμα βέβαια που διαψεύδεται τραγικά από το γεγονός ότι ο Ουασίμ Αμπουνάχι, μαζί με τον ανιψιό του και ένα φίλο του, το μεσημέρι της Παρασκευής 6 Σεπτεμβρίου βρήκαν τα καμένα υπολείμματα της γυναίκας του και των παιδιών του.
.Γιατί οι ελληνικές αρχές εγκατέλειψαν τη σωστική επιχείρηση ενώ είχαν εντοπίσει τους πρόσφυγες;
.Ποια υπάλληλος είχε βάρδια το βράδυ της 21ης Ιουλίου, σε ποιον ανήκει το κινητό με το οποίο επικοινωνούσαν οι πρόσφυγες (είναι καταγεγραμμένο στη μνήμη του τηλεφώνου του Τζιχάντ) και γιατί οι ελληνικές αρχές μετά τη δήλωση εξαφάνισης δεν τα έχουν ερευνήσει;
.Γιατί η αστυνομία αδιαφόρησε στις απεγνωσμένες εκκλήσεις του πατέρα αμέσως μετά τη σύλληψή του, όταν ήταν πολύ πιθανό η φωτιά να μην είχε φτάσει στο σημείο που βρίσκονταν η γυναίκα με τα παιδιά της;
.Πώς είναι δυνατό ειδικευμένα σώματα να μη βρίσκουν τους αγνοούμενους και να τους βρίσκει, ενάμιση μήνα μετά, ο ίδιος ο πατέρας;
.Με ποια λογική παραμένουν προφυλακισμένοι για εμπρησμό οι Τζιχάντ Κελάνι και Μοχάμετ Μπασίς ενώ είναι ηλίου φαεινότερο ότι δεν έχουν καμία σχέση με την πυρκαγιά στο δάσος;
.Πού τελειώνουν η αδιαφορία και η αναλγησία και πού αρχίζουν η συγκάλυψη και η συνενοχή, πόσους πρόσφυγες θα σκοτώσουν ακόμα η «θωράκιση των συνόρων» και η «αποτρεπτική πολιτική»;
 
«Έφερα την οικογένειά μου για να γλιτώσει από τη φωτιά στη Συρία και να καεί στην Ελλάδα;». Ουασίμ Αμπουνάχι